Γυνή (λήμμα από την Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη)

Θήλυ του είδους άνθρωπος, εν αντιθέσει προς τον άνδρα. Ιδία το ενήλικον θήλυ του ανθρώπου και μάλιστα εν αντιθέσει προς το κοράσιον. || Η ύπανδρος γυνή εν σχέσει προς τον άνδρα της, η σύζυγος. || Γενικώτερον, η γνωρίσασα άνδρα, εν αντιθέσει προς την κόρην, την παρθένον. Βλ. επίσης γυναίκα.

Γυνή (λήμμα από την Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη)

Posted in Διάφορα Tagged with: , , ,