Οι πένες του μισογυνισμού

«Κάθε γυναίκα κι άλλος χαρακτήρας! Ετσι εξ’ αρχής
τις έπλασε ο Θεός. Απ’ τη γουρούνα που ‘χει 
τρίχες μακριές τη μια,
όλα στο σπίτι της με τα πηλά πασαλειμμένα,
ανάστατα, παραρριγμένα σέρνονται καταγής·
Η ίδια άλουστη με ρουχισμό στη λίγδα ποτισμένο
κάθεται και χοντραίνει μες στις κοπριές».

Αν όχι γουρούνα, θα ‘ναι αλεπού, σκύλα, νυφίτσα, γαϊδούρα, μαϊμού, φοράδα ή κάποιος ανάλογος τύπος γυναίκας, εκ των οποίων μόνον ο τύπος της μέλισσας κερδίζει έπαινο λόγω εργατικότητας. Οι γυναίκες είναι «το μέγιστο κακό που έπλασε ο Δίας».

Δικαίως, λοιπόν, ο Σημωνίδης ο Αμοργίνος καταλέγεται στους μεγάλους μισογύνηδες όλων των εποχών. Γιατί κέρδισε αυτόν τον τίτλο το θυμηθήκαμε δεόντως με τη νέα έκδοση του έργου του «Κατά γυναικών», πάντα σε μετάφραση και ερμηνεία του Μιχάλη Κοπιδάκη, με εικονογράφηση του Γιώργου Κρανίτη, στις εκδόσεις «Ιστός». Ασφαλώς, δεν μπορεί να αποκόψει κανείς ένα έργο από το περιβάλλον και τις συνθήκες που το γέννησαν και από αυτή την άποψη μπορούμε να βρούμε πολλά ελαφρυντικά στον Σημωνίδη, όπως και σε κάθε άλλον μισογύνη. Δεν φταίει αυτός, αλλά οι αντιλήψεις της εποχής στην οποία έζησε.

Ούτε ο Ησίοδος φταίει, ο οποίος τόσο στη «Θεογονία» όσο και στα «Έργα και Ημέραι» καταδικάζει το γυναικείο φύλο ως υπεύθυνο για όλα τα δεινά που βρίσκουν τον άνθρωπο. Η Πανδώρα, από την οποία κατάγεται το γένος των γυναικών, είναι ουσιαστικά η τιμωρία που έστειλε ο Δίας στους ανθρώπους. Οι γυναίκες, κατά τον Ησίοδο, είναι μια «μεγάλη συμφορά για τους θνητούς, σύντροφοι όχι της φτώχειας αλλά της περίσσειας» («Θεογονία», 570 κ.ε.). Ορθώς η σύγχρονη φιλολογική κριτική τον έθεσε και αυτόν ανενδοιάστως στη χορεία των μισογύνηδων της λογοτεχνίας. Οπως γράφει η Evelyn S. Newlyn διερευνώντας τον μισογυνισμό στη σκωτική λογοτεχνική παράδοση του Μεσαίωνα (στον συλλεκτικό τόμο «Misogyny in literature», Garland Publishing, 1992), οι ρίζες του βρίσκονται στα λογοτεχνικά πρότυπα της αρχαιότητας. «Οπως οι προγενέστεροι μισογύνηδες, σαν τον Ησίοδο, τον Σημωνίδη και τον Ιουβενάλη, πολλοί από τους συγγραφείς του Μεσαίωνα βρήκανστη σάτιρα ένα ιδιαίτερα προσφυές και κατάλληλο μέσον. Τα ρητορικά σχήματα της σάτιρας, το υβρεολόγιο, ο σαρκασμός, η ειρωνεία, η κοροϊδία, το πείραγμα, η υπερβολή και η υποβάθμιση, μαζί με την αισχρολογία και τη βιαιότητα, προσέφεραν θαυμάσια υπηρεσία στην έκφραση του μισογυνισμού».

Στην αρχαιοελληνική και ρωμαϊκή κοινωνία

Εκείνος που απέκτησε στην αρχαιότητα την προσωνυμία του μισογύνη μάλλον άδικα ήταν ο Ευριπίδης, ο τραγικότερος πράγματι των τραγικών. Μπορεί η Μήδεια να ήταν μάγισσα, εκδικητική και μητροκτόνος, μπορεί η Φαίδρα να έφθασε στο χείλος τού να γίνει μοιχαλίδα, επίορκος και δολοφόνος, μπορεί η ευριπίδεια Ηλέκτρα να μηχανεύτηκε τον ύπουλο φόνο του Αιγίσθου και την εν ψυχρώ δολοφονία της Κλυταιμνήστρας, αλλά τελικά «μόνο ο Ευριπίδης είχε τόσο σημαντικούς γυναικείους ρόλους και μόνον εκείνος επέλεξε να δώσει έμφαση στα ζητήματα της κοινωνικής κατωτερότητας των γυναικών» (Β.Μ. W. Knox & Ρ. Ε. Easterling, «Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας»). Οι μεταγενέστερες γενιές τον θεώρησαν φεμινιστή, αλλά στην εποχή του είχε τη φήμη του μισογύνη. Ολόκληρη κωμωδία του Αριστοφάνη, οι «Θεσμοφοριάζουσες», είναι αφιερωμένη στις κατακρίσεις των αθηναίων γυναικών κατά του Ευριπίδη, καθώς και στις αποφάσεις που έλαβαν για να τον τιμωρήσουν για όσες αδικίες διέπραξε εις βάρος τους. «Πήρα το λόγο να μιλήσω, γυναίκες», λέει μια γυναίκα στη γιορτή των Θεσμοφορίων:

«όχι που μ’ έσπρωξε φιλοδοξία καμιά
αυτό τ’
ορκίζομαι μα τις θεές
δεν αντέχω όμως
χρόνια να βλέπω
να μας λοιδορεί τις γυναίκες ο Ευριπίδης
ο γιος της λαχανούς
και να μας ψέλνει τον εξάψαλμο.
Τι δεν μας σέρνει η γλώσσα του!
Όπου να βρει τρεις θεατές και θεατρίνους
μας πασαλείφει για καλά με ό,τι
έχει.
Μας λέει κερατώνουμε τους άντρες μας
ότι ψοφάμε να πηγαίνουμε με
άλλους
μπεκρούδες μας ανεβάζει και ψεύτρες
φλύαρες και προδότρες
αρρώστια
σκέτη και κακό
πανούκλα των αντρών!»

(μετάφραση Κώστα Τοπούζη, εκδόσεις Επικαιρότητα).

Εν τούτοις, ο Ευριπίδης τουλάχιστον όπλιζε τις γυναίκες στα δράματά του με επιχειρήματα και αυτό του το αναγνωρίζει ως και ο Αριστοφάνης στους «Βατράχους».

Ακραία περίπτωση απροκάλυπτου μισογυνισμού για να μην αναφέρουμε και τον Οβίδιο στο έργο του «Ars amatoria» (Ερωτική τέχνη) είναι ο Ιουβενάλης, ο τελευταίος κλασικός της λατινικής λογοτεχνίας, ο οποίος με δηκτικό ύφος και οργίλη αγανάκτηση μαστίγωσε τις γυναίκες της ρωμαϊκής κοινωνίας συλλήβδην. Βεβαίως, ο ποιητής ήθελε να καυτηριάσει τη διαφθορά της αυτοκρατορικής Ρώμης του 1ου μ.Χ. αιώνα, όπως φαίνεται και στη μοναδική έκδοση του έργου του στα ελληνικά (μετάφραση Ν. Α. Γκούμας, εκδόσεις Μαυρίδη). Στα καλά καθούμενα, όμως, τα πυρά στρέφονται αποκλειστικά κατά των γυναικών. Σε μία από τις σάτιρές του σκιαγραφεί τους κοινωνικούς τύπους της γυναίκας σε όλες τις αποχρώσεις του ηθικού εκφυλισμού τους. Εχουμε και εδώ τη συσσωρευτική εντύπωση που δίνεται από τον εκτεταμένο κατάλογο: παρελαύνουν μοιχαλίδες, δηλητηριάστριες, γυναίκες που με όπλο την προίκα σέρνουν από τη μύτη τους άντρες τους, αυταρχικές μαινάδες που συμμαχούν με τις μητέρες τους, φαντασμένες κότες που καμαρώνουν για την ανατροφή και τους λεπτούς τρόπους τους, φιλόδικες, ζηλιάρες, εκκεντρικές, κουτσομπόλες, στριμμένες, διανοούμενες, πλούσιες, διεστραμμένες και ούτω καθ’ εξής. Για τον Ιουβενάλη το χειρότερο είδος γυναίκας είναι η πλούσια με την τερατώδη ανηθικότητα της καλής κοινωνίας, η οποία εκτός των άλλων είναι έρμαιο των δεισιδαιμονιών και φίλη των μάγων, των μέντιουμ και των φαρμακευτριών. Καλή γυναίκα δεν βρίσκει ο Ιουβενάλης.

Αγγλικό και γοτθικό μυθιστόρημα

Στους αιώνες που ακολούθησαν ο μισογυνισμός εξακολούθησε να διαποτίζει τη λογοτεχνία, αλλά έπαψε να είναι τόσο έκδηλος και ρητά εκπεφρασμένος. Οπως σημειώνεται σε σχετικές φιλολογικές εργασίες, πρόκειται για μια βαθιά εδραιωμένη παράδοση στη δυτική κουλτούρα, η οποία ωστόσο λαμβάνει πολλές μορφές (όπως και στην κοινωνία), κυμαινόμενες από την ευθεία απόρριψη και περιφρόνηση των γυναικών ως την έμμεση και λανθάνουσα στάση που έχει το ίδιο αποτέλεσμα.

Ο 17ος και ο 18ος αιώνας στην αγγλική λογοτεχνία ήταν σταθερά εχθρικοί ή σατιρικοί απέναντι στις γυναίκες, με έργα τα οποία δεν έγιναν κλασικά, αλλά στην εποχή τους γνώρισαν αλλεπάλληλες εκδόσεις, όπως το «Arraignment of lewde, idle, froward, and unconstant women» του Joseph Swetnam. Η πρόοδος που σημειώνεται τον επόμενο αιώνα, με τα γυναικοκεντρικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, όπως το «Περηφάνια και προκατάληψη» της Τζέιν Όστεν, είναι ότι οι ηρωίδες δεν κρίνονται αποκλειστικά και μόνον από τη διαφύλαξη ή όχι της παρθενίας τους, αλλά κυρίως από τη συμπεριφορά τους: πρεσβεύουν ή όχι τα ιδανικά της τέλειας γυναίκας, τα οποία είναι η σεμνότητα, η εγκράτεια και η προθυμία να υποτάσσουν τη θέλησή τους σε εκείνη των ανωτέρων τους, των γονιών αρχικά και του συζύγου αργότερα;

Αλλο παράδειγμα είναι το γοτθικό μυθιστόρημα στα τέλη του 18ου αιώνα, το οποίο υπηρετήθηκε τόσο από άνδρες λογοτέχνες όσο και από γυναίκες. Εν τούτοις, η λογοτεχνική κριτική, όπως υπογραμμίζει η Kari J. Winter, το αντιμετώπισε ως καθαρά ανδρικό λογοτεχνικό είδος και ως τέτοιο το αποτίμησε. Ο Mario Praz στο περίφημο έργο του «The Romantic Agony», το 1930, παραθέτει πλήθος παραδειγμάτων νεκροφιλίας, σαδισμού, ακρωτηριασμού γυναικών, κανιβαλισμού, βιασμού, βαμπιρισμού, αιμομειξίας, αυτομαστίγωσης, αποκτήνωσης και βεβήλωσης σε γοτθικά και ρομαντικά κείμενα, αντλώντας τα παραδείγματά του αποκλειστικά από άνδρες λογοτέχνες, συμπεραίνοντας μάλιστα ότι «καθώς η λογοτεχνική παράδοση υπήρξε πάντα μονοπώλιο των ανδρών, τουλάχιστον ως σήμερα, είναι φυσικό ότι οι γυναίκες συγγραφείς υιοθετούν δουλικά στα έργα τους την ανδρική οπτική γωνία». Το κραυγαλέο παράδειγμα του «Φρανκενστάιν» της Μέρι Σέλεϊ το αντιπαρέρχεται με τη δήλωση ότι «το μόνο που έπραξε η κυρία Σέλεϊ ήταν να παράσχει μια παθητική αντανάκλαση κάποιων από τις άγριες φαντασιώσεις που τη γυρόφερναν».

Παραδείγματα στον περίγυρό μας

Ακόμη και στη σύγχρονη εποχή τα παραδείγματα του μισογυνισμού αφθονούν. Η Karen Α. Hohne συνέγραψε ένα ολόκληρο δοκίμιο (περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Misogyny in literature») για τον μισογυνισμό στα βιβλία του Στίβεν Κινγκ. «Όσο μελιστάλαχτη και άνευρη είναι η ομιλία τους (των γυναικών), έτσι είναι και η εμφάνισή τους, λες και ο λόγος καθορίζει και το παρουσιαστικό. Κανένα από αυτά τα καλά κορίτσια δεν τολμάει καν να είναι άσχημο· μια αποκρουστική εμφάνιση θα βάραινε αβάσταχτα πάνω στην ισχνή προσωπικότητά τους. Αντιθέτως, στους άνδρες οι φυσικές ατέλειες παρουσιάζονται ως θαυμαστά ανθρώπινες, ως και αξιαγάπητες». Στον αντίποδα των «barbie-dolls», έχουμε τις διαβολικές γυναίκες, οι οποίες είναι συνήθως απωθητικές, χοντρές, τεράστιες, τερατώδεις. «Οι γυναίκες είναι υπερβολικά ογκώδεις. Είναι τρομακτικές, καταλαμβάνουν πάρα πολύ χώρο και είναι ανυπόφορα σκληρές. Η Sylvia Pittston στο Gunslinger έχει «στήθη σαν αναχώματα. Ένας τεράστιος στύλος ο λαιμός της κρατούσε ένα αρρωστιάρικο, ασπρουλό φεγγάρι για κεφάλι, όπου τρεμόπαιζαν κάτι μάτια τόσο μεγάλα και τόσο σκοτεινά που έμοιαζαν με απύθμενες λίμνες»». Στον Κινγκ, όπως και σε πολλούς άλλους σύγχρονους λογοτέχνες, ο μισογυνισμός είναι υπόγειος, υφέρπων, ανομολόγητος, καλυμμένος.

Αλλά γιατί να πάμε τόσο μακριά όταν έχουμε ανάλογα παραδείγματα στον άμεσο περίγυρό μας; Κλασική περίπτωση είναι ο Αντώνης Σουρούνης. Ο ήρωας στο μυθιστόρημά του «Ο χορός των ρόδων» μπορεί να είναι όσο άσχημος και αποκρουστικός θέλει: αγαπούσε «τις πρώτες άσπρες τρίχες στο στήθος του, την κιτρινίλα των δοντιών του και την καθίζηση των άκρων του», είχε ένα αδιάβροχο που «μόνο ο ίδιος γνώριζε πως ήταν μπεζ», που «κρεμόταν γυρτό και εγκαταλειμμένο» και δεν το αποχωριζόταν ποτέ «γιατί αναγνώριζε στο καλούπι του το καλούπι του εαυτού του».

Αυτός ο τύπος, λοιπόν, αναπτύσσει στο δεύτερο μέρος του βιβλίου ερωτικό δεσμό με ένα μανεκέν! Για τον άνδρα δεν έχουμε καμιά εκτενή περιγραφή των χαρακτηριστικών του (τι σημασία έχουν, άλλωστε;), αλλά για τη γυναίκα αφιερώνονται σελίδες επί σελίδων για να αντιληφθούμε ότι ήταν μια κούκλα. Για τον ήρωα δεν μαθαίνουμε καν την ηλικία του (τι σημασία έχει για τον άνδρα;), αλλά η Ιρίνα «πριν ένα μήνα είχε κλείσει τα τριάντα, αλλά ήταν ακόμα σε θέση να αγγίζει με τα χείλη της οποιοδήποτε σημείο των μακριών ποδιών της και ακόμα να φέρνει σε επιδερμική επαφή διάφορα μέρη του σώματός της… Αποχαιρέτησε τις γάμπες της κι άρχισε να ξετυλίγεται προς τα πάνω σαν κόμπρα… Φόρεσε μια άσπρη ρόμπα από μετάξι…».

Το μυθιστόρημα του Δημήτρη Νόλλα «Ο άνθρωπος που ξεχάστηκε», ξεκινάει ως εξής: ο Μαξ Φραγκούλης, έχοντας ζήσει τη ζωή του, παντρεύεται ξανά μια πιτσιρίκα. Τίποτε το περίεργο. Μάλιστα, «στην απόφαση του Μαξ να ξαναπαντρευτεί σ’ αυτήν την ηλικία πρέπει να μέτρησε και η βεβαιότητα πως χρωστούσε στον εαυτό του μιαν αστραφτερή νέα γυναίκα για να στολίζει το μέλλον του»!

Ομολογουμένως, υπήρξε εξέλιξη. Από τις ευθείες προσβολές φθάσαμε σε μια τοποθέτηση των γυναικών σε ρόλο διακοσμητικό. Πάλι καλά, διότι, ως γνωστόν, οι κριτικοί της λογοτεχνίας ήταν ανέκαθεν από την εποχή του Ησιόδου ως την τελευταία δεκαετία γένους αρσενικού. Ο λογοτεχνικός κανόνας είναι κι αυτός δημιούργημα των ανδρών. Η Ελένη Ουράνη αισθάνθηκε την ανάγκη να γίνει Άλκης Θρύλος, ενώ ο Μάρκος Αυγέρης θέλοντας να απονείμει εύσημα στην Έλλη Αλεξίου δεν βρήκε άλλα λόγια παρά να δηλώσει ότι «γράφει σαν άντρας!». Η δε σάτιρα του Ιουβενάλη, όπου οι γυναίκες υβρίζονται σε 600 συναπτούς στίχους, θεωρήθηκε από την κριτική αριστουργηματική.

Μαίρη Παπαγιαννίδου, ΤΟ ΒΗΜΑ , 23-02-1997

Δημοσιεύτηκε στο Διάφορα Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
Ένα σχόλιο στο “Οι πένες του μισογυνισμού
  1. Ο/Η Spiros Doikas λέει:

    Εξαιρετικό το άρθρο της κυρίας Παπαγιαννίδου.