Tag: γλωσσικά

Αιδοίο (αρχαιοελληνικά συνώνυμα)

γυναικείο αιδοίο: αγγείον (λόγω σχήματος), αηδονιδεύς (αηδόνος νεοσσός), άμβων, άντρον, άρθρα (αρθρώσεις), άτρητον (ατρύπητο, παρθένο), βληχώ, βορβορόπη (από οπή και βόρβορος, βρομομούνι), βρύσσος, βύττος (από βύω = βουτυρώνω, γεμίζω, ή από βυσσός = ο πάτος της θάλασσας), γείτον (όλα τα

Posted in Αιδοιολογίες Tagged with: , , ,

Ευαίσθητη περιοχή – ευφημισμός για το αιδοίο

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον καθώς χαρακτηρίζει αποκλειστικά γυναίκες, πράγμα που επιβεβαιώνεται από τις διαδικτυακές ανευρέσεις για τη φράση ευαίσθητη περιοχή, προφανώς οι άνδρες δεν διαθέτουν κάτι τόσο ευαίσθητο στο σώμα τους.

Posted in Αιδοιολογίες Tagged with: